Πριν από επτά χρόνια, το καλοκαίρι του 2004, μια παρέα με παντελή άγνοια κινδύνου ξεκίνησε ένα ποδοσφαιρικό ταξίδι στην ιβηρική χερσόνησο, με πρώτιστο μέλημα των μετέπειτα «κατακτητών» της Πορτογαλίας την τέρψη των μελών της.
Όπως είχε εξηγήσει ο Γερμανός ηγήτορας της αποστολής στους άνδρες του, «εμείς πηγαίνουμε για να ευχαριστηθούμε την εμπειρία, να κάνουμε αυτό που ξέρουμε και αν όλα πάνε καλά, να παρατείνουμε όσο μπορούμε την παραμονή μας».
Παρά την ποδοσφαιρική σοφία του, όμως, ακόμη και ο Ότο Ρεχάγκελ αδυνατούσε να φανταστεί ότι η «κρουαζιέρα» που αρχικά είχε στο μυαλό του θα κατέληγε στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική έκπληξη που συντελέστηκε στον πλανήτη, από καταβολής του ποδοσφαίρου. Την ημέρα που υιοθετήθηκε από τη Σύναξη του Κογκρέσου των Αντιπροσώπων το κείμενο του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (4 Ιουλίου 1776), με το οποίο Η.Π.Α. ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητο κράτος από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, η εθνική πανηγύρισε την ημέρα ανεξαρτησίας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η Ελλάδα είχε δημιουργήσει, πλέον, το δικό της στίγμα στο...
γήινο ποδοσφαιρικό χάρτη, είχε υπογράψει με γραφή ανεξίτηλη στο libro d΄ oro της ελίτ των ισχυρών και των παγκόσμιων μύθων.
Η Ελλάδα ξεκίνησε με ανέλπιστη νίκη επί της διοργανώτριας Πορτογαλίας στην πρεμιέρα του Euro 2004, συνέχισε με ισοπαλία επί της Ισπανίας και παρά την ήττα της από τη Ρωσία, στον τελευταίο αγώνα του ομίλου της, προκρίθηκε στα προημιτελικά. Το κακό για τους αντιπάλους της είχε γίνει… Οι διεθνείς πίστεψαν στις δυνατότητές τους, ανέβασαν στα ύψη την ψυχολογία τους, διαπίστωσαν πως «ουδείς άτρωτος» κι έτσι, επειδή «τρώγοντας έρχεται η όρεξη», η Γαλλία στη φάση των «8» αποδείχθηκε το ιδανικό …ορεκτικό.
Από τη «βουλιμία» των διεθνών δεν ξέφυγαν μετέπειτα ούτε οι Τσέχοι, ούτε οι «δύσμοιροι» Πορτογάλοι, που ενώπιον 60.000 φιλάθλων τους ευελπιστούσαν, εις μάτην όμως, να «διαλύσουν» την Ελλάδα στον τελικό. Και σαν κατακάθισε ο «κουρνιαχτός» στο «Λουζ» της Λισαβόνας, με την εικόνα του περίλυπου Εουσέμπιο να κάνει το γύρο της γης μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες, ως νέος Ιούλιος Καίσαρας ο «χερ Ότο» ανέκραξε «veni, vidi, vici». Μεταξύ μας, ο Γερμανός «καθάρισε» πολύ πιο εύκολα όλους τους αντιπάλους του απ΄ ότι ο θρυλικός Ρωμαίος αυτοκράτορας νίκησε το βασιλιά του Πόντου, Φαρνάκη.
Τι πραγματικά συνέβη, όμως, στην Πορτογαλία από τις 12 Ιουνίου έως τις 4 Ιουλίου 2004; Εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση», θα πρέπει να αποκλείσουμε εξαρχής την περίπτωση της «θείας εύνοιας», του «άστρου του Ρεχάγκελ», της «συνομωσίας του σύμπαντος», οιασδήποτε... μεταφυσικής θεωρίας εν τέλει, προκειμένου να ερμηνεύσουμε την πορεία της εθνικής στη διοργάνωση. Η Ελλάδα «των θαυμάτων» σκαρφάλωσε στο «Έβερεστ της Ευρώπης» με τη δύναμη της ψυχής της, με το πάθος, τον οίστρο, το όραμα ποδοσφαιριστών και τεχνικής ηγεσίας. Ο Ρεχάγκελ δεν διέθετε Ζιντάν και Ραούλ, Φαν Νιστελρόι και Κριστιάνο Ρονάλντο, είχε όμως ποδοσφαιριστές που δέχθηκαν αγόγγυστα να υποτάξουν τις ατομικές ικανότητές τους στο σύνολο που ανάγκασε σύμπασα την ποδοσφαιρική Ευρώπη να τους χαρακτηρίσει μετά τη νύχτα της 4ης Ιουλίου 2004 ως τον «ορισμό της ομάδας».
Ακριβώς εκεί έγκειται και η επιτυχία του Ρεχάγκελ: σε μια εποχή που οι μεγάλες, παραδοσιακές ποδοσφαιρικές δυνάμεις (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Ολλανδία) θεωρούσαν ότι αρκούσε το ατομικό ταλέντο μερικών, σπουδαίων είναι η αλήθεια μονάδων (Ζιντάν, Ανρί, Ντελ Πιέρο, Οουεν), για να κερδίσουν αγώνες με θεωρητικά υποδεέστερους αντίπαλους χωρίς να χρειαστεί να ιδρώσουν τη φανέλα, ο Γερμανός τεχνικός απέδειξε το αυτονόητο: ότι το ποδόσφαιρο είναι ομαδικό άθλημα και στην (κοινή) προσπάθεια πρέπει να συμβάλουν ισομερώς και οι 11 παίκτες: αυτό που γινόταν, δηλαδή, στη δική του ομάδα.
Εκτός, όμως, από το «θεμέλιο λίθο» πάνω στον οποίο στήριξε το «ελληνικό οικοδόμημα», στον Ρεχάγκελ πρέπει επίσης να πιστωθούν η οξυδέρκεια, η ευφυΐα, η πονηριά, το ανήσυχο πνεύμα, η ετοιμότητα με την οποία αντιμετώπισε κάθε αγώνα και ο τρόπος με τον οποίο απάντησε στις «ερωτήσεις» που του υπέβαλαν οι αντίπαλοι στον αγωνιστικό χώρο. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί ότι κάθε ματς αποτελούσε μια μοναδική προπονητική παράσταση, ένα προσωπικό σόου του Ρεχάγκελ, που κρατούσε πάντοτε φυλαγμένη μια έκπληξη για το συνάδελφό του στον αντίπαλο πάγκο.
Η αρχή το ήμισυ του παντός
«Είδες πως έπαιξαν οι παίκτες σας; Πόσο ομαδικό πνεύμα, τι αίσθημα αυτοθυσίας είχαν ο ένας για τον άλλο και όλοι για το σύνολο; Ε, ακριβώς το αντίθετο συνέβη με τους δικούς μας», μου είχε πει μετά τον εναρκτήριο αγώνα με την Πορτογαλία, στις 12 Ιουνίου 2004, ο Νορμπέρτο Λόπες, δημοσιογράφος του περιοδικού «Mais Futebol». Τι είχε συμβεί όμως νωρίτερα; Γνωρίζοντας ότι ο Λουΐς Φελίπε Σκολάρι θα χρησιμοποιήσει μόνο έναν κλασικό επιθετικό (Παουλέτα), ο Ρεχάγκελ είχε αλλάξει την αγαπημένη αγωνιστική διάταξή του (3-5-2) σε 4-4-2, προκειμένου να μπορεί να απειλήσει περισσότερο την αντίπαλη εστία. Ο Παουλέτα έμεινε απλή αναφορά στο φύλλο αγώνα και έως ότου ο Σκολάρι καταλάβει τι είχε συμβεί, οι Πορτογάλοι «αγκομαχούσαν» να βγάλουν από το λαιμό τους τη «θηλιά» του 0-2, που στο τέλος τους έπνιξε. Και ας γκρίνιαζε δίπλα μας, στην εξέδρα του «Ντραγκάο» ο συμπαθής Έλληνας (τηλεοπτικός) συνάδελφος για τις επιλογές του Ρεχάγκελ, και ας εξυμνούσε τον Κριστιάνο Ρονάλντο… Η Ελλάδα κατακτά την πρώτη νίκη της ιστορίας της σε τελική φάση ευρωπαϊκού πρωταθλήματος και το "πάρτι" μόλις έχει ξεκινήσει...
Επόμενη αναμέτρηση με την Ισπανία, στο γήπεδο «Μπέσα» του Πόρτο, τέσσερις ημέρες αργότερα. Ο Ρεχάγκελ προτιμά να μη ρισκάρει αλλά να πάει συντηρητικά, απέναντι στην κλάση των Ιβήρων. Το ημίχρονο τελειώνει 0-1, με τον Μοριέντες να φέρνει στη θέση του οδηγού τους «φούριας ρόχας» από σφάλμα της ελληνικής άμυνας. Μέχρι τότε ο Κατσουράνης είχε «εξαφανίσει» τον Ραούλ, ενώ ο Καψής είχε περιορίσει στο ελάχιστο τη δράση του σέντερ φορ της Μονακό.
Ημίχρονο και στο δρόμο προς το κυλικείο βλέπω την ψηλόλιγνη φιγούρα του Αρσέν Βενγκέρ. Η ευκαιρία δεν μπορεί να χαθεί. «Κόουτς τι προβλέπεις για τη συνέχεια;», έρχεται φυσιολογικά η ερώτηση. «Απ΄ αυτά που είδα στον αγώνα με την Πορτογαλία περιμένω την αντίδραση της ελληνικής ομάδας. Ο αγώνας έχει αρκετό δρόμο ακόμη, στο εγγυώμαι», απαντά ο πολύπειρος Αλσατός τεχνικός της Άρσεναλ και η συνέχεια τον δικαιώνει: στο δεύτερο ημίχρονο ο Ρεχάγκελ κάνει τον Ινιάκι Σάεθ να «βραχυκυκλώσει»: μέσα ο Νικολαΐδης -μαζί με τους Χαριστέα, Βρύζα- μέσα και ο Τσιάρτας, από το πόδι του οποίου φεύγει η «μαγική» μπαλιά προς τον Χαριστέα για το τελικό 1-1, που έστειλε τον Σάεθ στο ταμείο ανεργίας.
Τρίτος και τελευταίος αγώνας στον Α΄ όμιλο απέναντι στη Ρωσία, στις 20 Ιουνίου. Νότια Πορτογαλία, Αλγκάρβε, οι πιθανότητες με το μέρος της Ελλάδας απέναντι σε μια αποκλεισμένη και αδιάφορη ομάδα, όμως η χειρότερη εμφάνιση των διεθνών στη διοργάνωση παραλίγο να τα χαλάσει όλα… Η έμπνευση του Ρεχάγκελ να χρησιμοποιήσει το Δημήτρη Παπαδόπουλο αριστερό χαφ (έλλειπε ο τραυματίας Γιαννακόπουλος) αποδεικνύεται ατυχής. Μετά το γκολ του Κιριτσένκο στο 2ο λεπτό η εθνική πελαγοδρομεί και ευτυχώς που ο Μπουλίκιν αστοχεί στο 88΄ για το 1-3 σε άδεια εστία, ο αποκλεισμός αποτρέπεται και ο συνάδελφος, νεοεκλεγείς ευρωβουλευτής, Μανώλης Μαυρομάτης, ξαναβρίσκει το χρώμα και τη μιλιά του...
«Εγώ πιστεύω ότι η Ελλάδα θα παίξει στον τελικό και θα νικήσει», λέει πάντως με σιγουριά το ίδιο βράδυ ο Πέδρο Αραούζο, ο ταξιτζής που μας μετέφερε από το γήπεδο στο ξενοδοχείο. «Δεν το νομίζω μόνο εγώ αλλά πάρα πολλοί στην Πορτογαλία. Είδαμε πως παίξατε με μας και την Ισπανία. Έχετε αληθινή ομάδα, πολύ καλό σύνολο. Σήμερα παίξατε με ελλείψεις», αιτιολογεί την κρίση του, που έμελλε να αποδειχθεί προφητική.
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2004, προημιτελικός στο «Ζοζέ Αλβαλάδε» της Λισσαβόνας απέναντι στη Γαλλία. Ο Ρεχάγκελ βάζει στόπερ τον Σεϊταρίδη πάνω στον Ανρί, αναθέτει στο Ζαγοράκη ολόκληρη τη δεξιά πλευρά και στον Κατσουράνη δίνει εντολή να ακολουθεί τον Ζιντάν σε όλο το πλάτος του γηπέδου, οσάκις ο «Ζιζού» πλησιάζει την ελληνική εστία σε απόσταση 30 μέτρων. Το αποτέλεσμα γνωστό: σέντρα του Ζαγοράκη, κεφαλιά του Χαριστέα στο «Γ» του Μπαρτέζ και ο Ρεχάγκελ μπορεί από τότε να υπερηφανεύεται ότι υπήρξε «σκηνοθέτης» σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Μετά τον αγώνα τα τηλέφωνα των Ελλήνων δημοσιογράφων στα ταξιδιωτικά πρακτορεία παίρνουν φωτιά για αλλαγή στην ημερομηνία αναχώρησης, αφού οι περισσότεροι είχαν δηλώσει την 26η Ιουνίου.
Η παραμυθένια πορεία της εθνικής και η πιθανότητα συμμετοχής στον τελικό της διοργάνωσης έχει ανεβάσει «το θερμόμετρο στα ύψη»: τσάρτερ από την Ελλάδα προσγειώνονται συνεχώς στη Λισσαβόνα και το Πόρτο μεταφέροντας φίλαθλους κάθε ηλικίας, τηλεοπτικούς δημοσιογράφους των gossip εκπομπών για να δώσουν «παρασκήνια» της γιορτής που έχει στηθεί, πολιτικούς όλων των παρατάξεων…
Πέμπτη, 1η Ιουλίου και στον τόπο του πρώτου «εγκλήματος», το «Ντραγκάο», ο Πιερλουΐτζι Κολίνα σφυρίζει την έναρξη του ημιτελικού. Οι Τσέχοι πιέζουν στο πρώτο εικοσάλεπτο, χάνουν μια μεγάλη ευκαιρία αλλά, ατυχώς γι΄ αυτούς, ο Κάρολ Μπρούκνερ αναγκάζεται να αντικαταστήσει τον τραυματισμένο Πάβελ Νέντβεντ. Εν τω μεταξύ, ο Ρεχάγκελ το χαβά του: ο Σεϊταρίδης στον Μπάρος, ο Καψής στον Κόλερ και ο Κατσουράνης στο Ροσίτσκι, αποκόπτουν την πολύ επικίνδυνη επίθεση των Τσέχων, κλείνουν τους διαδρόμους και ελαχιστοποιούν τους κινδύνους για την εστία του Νικοπολίδη. Ακόμη και όταν οι αντίπαλοι ξεκινούν νέα πίεση μετά το 70ο λεπτό, ο Γερμανός δεν πανικοβάλλεται για να προχωρήσει σε μαζεμένες αλλαγές προκειμένου να αντιμετωπίσει την κόπωση. Αρχικά στέλνει στον αγώνα τον Γιαννακόπουλο, που με τη φρεσκάδα και τη «δίψα» του να ξαναπαίξει ύστερα από 15 ημέρες θα αναστατώσει την αντίπαλη άμυνα. Δεύτερη κίνηση η χρησιμοποίηση του Τσιάρτα, που θα «ηρεμήσει» το παιχνίδι κρατώντας τη μπάλα, θα οργανώσει πασάροντας σωστά και θα βάλει τους τίτλους τέλους, εκτελώντας υποδειγματικά το κόρνερ από το οποίο προήλθε το «ασημένιο», νικητήριο γκολ του Δέλλα στην παράταση.
Στον τελικό της 4ης Ιουλίου η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και χιλιάδες φιλάθλων βρέθηκαν στη θρυλική έδρα της Μπενφίκα, το «Λουζ». Κατά τρόπο ο οποίος δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τους ισχύοντες φυσικούς νόμους, όλοι οι Έλληνες ήξεραν την κατάληξη του τελικού. Οι εσωτερικοί «κραδασμοί» του καθενός μας έγιναν «σεισμός» στο 57ο λεπτό, όταν ο Μπασινάς έστησε τη μπάλα στο κόρνερ, μάλλον επειδή σε κλάσματα του δευτερολέπτου θυμηθήκαμε και ευχηθήκαμε την κατάληξη του αγώνα απέναντι στην Τσεχία. Η μπάλα έφυγε, τα μαρκαρίσματα των Πορτογάλων αποδείχθηκαν «παιδικής χαράς» και ο δύσμοιρος Κοστίνια που πήγε πάνω στο Χαριστέα είδε τον Έλληνα σέντερ φορ να υψώνεται στον πορτογαλικό ουρανό και να βάζει τη μπάλα και όλη την αντίπαλη άμυνα στα δίχτυα του Ρικάρντο. Απλό, αλλά κάπως έτσι συντελέστηκε το «έπος της Ιβηρικής». Ομοίως, άλλωστε, δεν γράφεται η ιστορία;
real.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου